Ήταν μια ξάστερη αυγουστιάτικη νύχτα και καθόμουν σε ένα απ’ τα παγκάκια στον κήπο των Φοσινγκς. Συλλογιόμουν την αδερφή μου στο Κεντ και σκεφτόμουν να την επισκεφτώ μιας και απομονωμένη στην βρετανική εξοχή δεν είχα πάει σε πολλούς χορούς αυτή την άνοιξη. Ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά, ξαφνικά, κάποιος ξεπρόβαλε πίσω απ’ τους θάμνους. Ήταν ένας κοκκινομάλλης νεαρός άντρας με καταγάλανα μάτια και φορούσε λασπωμένες μπότες ιππασίας. Ξαφνιάστηκε που με είδε όσο και γω και τα βλέμματα μας συναντήθηκαν φευγαλέα. Για κάποιο λόγο ξαφνικά ταράχτηκα, αλλά δεν πρόλαβα να το σκεφτώ γιατί τότε θυμήθηκε τους τύπους και κάνοντας μια μικρή υπόκλιση μου συστήθηκε. Τον έλεγαν Μπάρτυ, Μπάρτυ Κρουτς.
Η συνάντηση μας δεν κράτησε πολύ. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω κάτι παραπάνω υποκλίθηκε ξανά και χάθηκε μέσα στην νύχτα. Έμεινα να σκέφτομαι τα γαλανά του μάτια αλλά γρήγορα έδιωξα τη σκέψη από το μυαλό μου και επέστρεψα στην έπαυλη γιατί η ώρα ήταν περασμένη. Ξαπλώνοντας να κοιμηθώ βρήκα τον εαυτό μου να αναλογίζεται και πάλι τον νεαρό. Αποφάσισα να ερευνήσω ποιος ήταν αυτός ο Μπάρτυ Κρουτς το επόμενο πρωί και με αυτή την καθησυχαστική σκέψη αποκοιμήθηκα.
Η επομένη ξημέρωσε θαμπή και συννεφιασμένη και δεν μπορούσα να δω έξω από το παράθυρο μου πέρα απ’ τα δεντράκια του κήπου. Με την βοήθεια της καλής μου της Λίντια φόρεσα το φόρεμα μου και κατέβηκα για πρωινό. Η κυρία Φόσινγκ ξαφνιάστηκε που με είδα να κατεβαίνω τόσο νωρίς, συνήθως καθυστερούσα στο πρωινό και ήξερα ότι αυτό ήταν μια από της αγαπημένες τις αφορμές για να με κακολογεί μέχρι και στις υπηρέτριες αυτή η γρια καρακάξα. Όταν κάθισα στο τραπέζι την καλημέρισα και σχολίασα τον μουντό καιρό.
“Έμιλι χρυσή μου, έρχεται το φθινόπωρο. Είναι ήδη 27 Αυγούστου”
“Έχετε δίκιο θεία.” Δίστασα για λίγο αλλά συνέχισα δήθεν αδιάφορα.
“Αλήθεια, φιλοξενείτε κάποιον άλλον αυτές τις μέρες στο Φόσινγκς Πάλας;”
” Όχι χρυσή μου, μόνο εσένα, πως σου πέρασε από το μυαλό;”
“Τίποτε το ιδιαίτερο θεία, απλώς χθες ενώ καθόμουν στον κήπο πέρασε ένας άγνωστος άντρας. Μου συστήθηκε ως Μπάρτυ Κρουτς.”
“Ωστε πέρασε από τον κήπο μας; Μεγάλο θράσος. Ακόμα δεν ήρθε και να τριγυρνάει σε ξένα κτήματα. Είναι ανιψιός του βαρώνου Πέτιγκτον και έχει έρθει για λίγες μέρες. Έχω ακούσει τα χειρότερα για την οικογένεια του χρυσή μου. Λέγεται στο χωριό ότι ο πατέρας του είχε κλεφτεί με μία πόρνη αλλά μετά λογικεύτηκε και γύρισε πίσω στο σπίτι του. Αν ήμουν γυναίκα του θα τον είχα διώξει αμέσως αν θέλεις τη γνώμη μου. Βέβαια δεν έχουν όλες την καταγωγή μου. Απορώ πάντως πως καταδέχεται η γυναίκα του αυτή την κατάσταση. Βέβαια είναι από μια πολύ φτωχική οικογένεια από όσο έχω μάθει. Ο πατέρας της ήταν ένας απλός πάστορας. Έμιλι, χρυσό μου αν τον ξαναδείς στον κήπο μας τον νεαρό να με ενημερώσεις αμέσως . Δεν μπορεί να μας αμολάει τον ανιψιό του ο Πέτιγκτον. Α έχω και γι’ αυτό να σου πω… “
“Καλά θεία μου φτάνει.” Την διέκοψα, συνεχίζοντας
“Έχω φοβερό πονοκέφαλο και λέω να κάνω μια βόλτα στον κήπο να πάρω λίγο αέρα.”
“Μα δεν έφαγες τίποτε!”
“Θα φάω αργότερα” την διαβεβαίωσα και έφυγα όσο μπορούσα από την τραπεζαρία. Η θεία μου μπορούσε να γίνει ανυπόφορη όταν άρχιζε να μιλάει για τα κουτσομπολιά του χωριού. Τίποτε δεν την ηδόνιζε περισσότερο από διαλυμένες οικογένειες και αποτυχμένες ερωτικές ιστορίες. Ώρες ώρες με αηδίαζε. Γρήγορα όμως ξέχασα την θεία μου και άρχισα να περπατώ προς την δυτική πλευρά του κήπου. Παρά τις προτροπές της δεν είχα θαυμάσει ακόμα τις μπιγκόνιες στον κήπο του βαρώνου Πέτιγκτον. Ίσως ήταν καιρός να το κάνω…